εκάεργος

ἑκάεργος, ο (θηλ. ἑκαέργη > δωρ. τ. ἑκαέργα) (Α)
1. αυτός που ενεργεί από μακριά
2. ὁ Ἑκάεργος
(ως επίθ. τού Απόλλωνος) αυτός που ρίχνει μακριά το τόξο
3. ἡ Ἑκαέργη (ως επίθ. τής Αρτέμιδος).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Ἑκάεργος — nine masc nom sg Ἑκαέργος masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκάεργος — nine masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἑκαέργου — Ἑκάεργος nine masc gen sg Ἑκαέργος masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἑκάεργε — Ἑκάεργος nine masc voc sg Ἑκαέργος masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἑκάεργον — Ἑκάεργος nine masc acc sg Ἑκαέργος masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκάεργον — Ἑκάεργος nine masc/fem acc sg Ἑκάεργος nine neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκαέργου — Ἑκάεργος nine masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκάεργε — Ἑκάεργος nine masc/fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἑκάεργ' — Ἑκάεργε , Ἑκάεργος nine masc voc sg Ἑκάεργαι , Ἑκαέργη nine fem nom/voc pl Ἑκάεργε , Ἑκαέργος masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκάεργ' — ἑκάεργα , Ἑκάεργος nine neut nom/voc/acc pl ἑκάεργε , Ἑκάεργος nine masc/fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.